
Αγαπητοί Συμπολίτες,
Θεωρώ ότι η επιστολή την οποία μου απευθύνατε μέσω εφημερίδων, αποτελεί μια ανταπόκριση στην πρόταση διαλόγου, που έχω κάνει από το περασμένο καλοκαίρι προς κάθε Μεσσήνιο πολίτη και υπό αυτή την έννοια σας ευχαριστώ. Θα παραβλέψω τις όποιες πολεμικές εκφάνσεις της επιστολής για να επικεντρωθώ στα επιχειρήματα.
Η επιχειρηματολογία περιγράφει μια κατάσταση, που αρθρώνεται γύρω από τρία στοιχεία: το «καταστροφικό μνημόνιο», οι «ξένοι κατακτητές», που μας το επιβάλλουν και οι «εγχώριοι προδότες», που διευκολύνουν το έργο τους. Πρόκειται για μια αφήγηση, η οποία βρίσκει σημαντική απήχηση σε ένα μέρος της κοινωνίας,. Πρώτον διότι η κατάσταση που ζούμε σήμερα είναι δραματική και δεύτερον διότι αυτή η αφήγηση παραπέμπει σε άλλα ιστορικά γεγονότα, που έχουν σημαδέψει την ιστορική μας μνήμη: την κατοχή που επιβλήθηκε από τους Γερμανούς με τη βοήθεια των δοσίλογων και τη δικτατορία που επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ με την βοήθεια των πραξικοπηματιών.
Σε ποιο βαθμό όμως η αφήγηση «μνημόνιο-κατακτητές-προδότες» αντέχει στην αντικειμενική ανάλυση.
Η λέξη «μνημόνιο» έχει εξελιχθεί στο στόμα ορισμένων σε κάτι σαν την «αποκάλυψη». Είναι το απόλυτο κακό το οποίο, μια ωραία μέρα, έπεσε από τον ουρανό. Όσοι ισχυρίζονται αυτό, αγνοούν, συνειδητά ή μη, δυο πραγματικότητες. Η πρώτη είναι ότι το μνημόνιο δεν είναι μόνο τα επαχθή μέτρα, που γνωρίζουμε. Είναι και τα χρήματα, χωρίς τα οποία σήμερα δεν θα πληρώνονταν μισθοί και συντάξεις του δημοσίου. Η δεύτερη είναι ότι το μνημόνιο δεν είναι ένα «κακό» που προέκυψε από παρθενογένεση. Είναι «συνέπεια κακού» που έχει όνομα: το σαθρό πολιτικό πελατειακό σύστημα, που συντηρείται από μια πολιτική ελίτ. Να υπενθυμίσουμε ότι μόνο την περίοδο 2004-2009, το συσσωρευμένο πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 47 δισεκατομμύρια €, ενώ ταυτόχρονα οι ποιοτικοί δείκτες της λειτουργίας του Δημόσιου τομέα και της οικονομίας, κατρακυλούσαν. Αυτό σημαίνει ότι σπαταλήθηκαν, χωρίς απολύτως κανένα όφελος για τον ελληνικό λαό, 47.000 εκατομμύρια €, που του ανήκαν! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτό συντελέστηκε με ελάχιστες φωνές να εναντιώνονται σε αυτή την απίστευτη σπατάλη. Αν είχε εξοικονομηθεί το 10% αυτού του σπαταλημένου ποσού, η Ελλάδα δεν θα χρειαζόταν τα μέτρα του Πολυνομοσχεδίου. Αν είχε εξοικονομηθεί το 20%, δεν θα χρειαζόταν ούτε το Μεσοπρόθεσμο. Και αν δεν είχε γίνει αυτή η εγκληματική σπατάλη, η οποία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη εκείνη την εποχή, δεν θα χρειαζόταν ούτε Μνημόνιο. Συνεπώς η οργή κατά του Μνημονίου μοιάζει με την οργή που θα προκαλούσε η κατάρρευση ενός σπιτιού, ενώ θα σιωπάγαμε για τη βόμβα και τον βομβιστή που το τίναξαν στον αέρα.
Το δεύτερο στοιχείο είναι οι «ξένοι κατακτητές», που θέλουν να μας εξαθλιώσουν. Έχει συμβεί στο παρελθόν. Ας δούμε όμως σήμερα την πραγματικότητα. Τι συμφέρον έχουν οι «ξένοι» από την εξαθλίωσή μας; Το 90% των προϊόντων που καταναλώνουν οι Έλληνες εισάγονται από το εξωτερικό. Η πτώχευση του Έλληνα είναι και πλήγμα για τις εξαγωγές των «ξένων κατακτητών». Επίσης η οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας αποτελεί απειλή για την οικονομία των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Βέβαια υπάρχουν ισχυρές ιδιωτικές κερδοσκοπικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν ποντάρει στην πτώχευση της χώρας μας. Αυτές είναι οι νέες δυνάμεις του διεθνούς χρηματιστηριακού καπιταλισμού, εκπρόσωποι των οποίων είναι μεταξύ άλλων και οι λεγόμενοι οίκοι αξιολόγησης των ΗΠΑ. Δεν μπορούμε όμως να τις ταυτίσουμε με τα ευρωπαϊκά κράτη. Η διαπίστωση που πρέπει να κάνουμε είναι ότι αυτά τα κράτη δεν επιδεικνύουν την κατάλληλη συνειδητοποίηση και πυγμή για να αντιμετωπίσουν αυτές τις δυνάμεις. Δεν μπορούμε όμως να θεωρήσουμε τα κράτη αυτά ως αντίπαλα. Η μάχη που πρέπει να δώσουμε είναι να τα κερδίσουμε ως συμμάχους, διότι αντικειμενικά είμαστε σύμμαχοι.
Και φτάνουμε στους «εγχώριους προδότες». Η προδοσία έχει πάντα μια σταθερά συνιστώσα: γίνεται από τον προδότη για να αποκομίσει κάποιο όφελος. Προδότη από «βίτσιο» δεν γνωρίζω σε όλη την Ιστορία. Και αναρωτιέται κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος: ποιό ήταν το όφελος για τον Οδυσσέα Βουδούρη; Τα χρήματα; Η δόξα; Με το να θέσουμε μόνο την ερώτηση αποκαλύπτουμε όλη την γελοιότητα της κατηγορίας!
Η ανάλυση αυτών των τριών στοιχείων αναδεικνύει το άτοπο της παράστασης «μνημόνιο-κατακτητές-προδότες». Η πραγματικότητα είναι λιγότερο απλοϊκή και κυρίως πιο επίπονη, διότι μας αναγκάζει να αντικρίσουμε και τις συλλογικές μας ευθύνες ως κοινωνία. Σε διεθνές επίπεδο το κύριο πρόβλημα είναι σήμερα η άγρια επέλαση του νεοφιλελεύθερου, χρηματιστηριακού καπιταλισμού, που δεν αντλεί πλέον κέρδη απλώς από την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας αλλά από τον τζόγο που τροφοδοτείται από το γενικευμένο κυνήγι μιας ανεξέλεγκτης και αμφίβολου κοινωνικού οφέλους ανάπτυξης. Αυτός ο καπιταλισμός είναι καταστροφικός ακόμα και για τις παραδοσιακές δομές του βιομηχανικού καπιταλισμού.
Στην Ελλάδα όμως έχουμε άλλα προβλήματα στην πρώτη γραμμή: απουσία παραγωγής, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, αυταρχικό και αναποτελεσματικό κράτος, πελατειακό πολιτικό σύστημα. Ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτών των ιδιότυπων στρεβλώσεων;
Το εμπορικό ισοζύγιο εξαγωγές-εισαγωγές πέρασε από -8 δισ. € το 2002 σε -35 δισ. € το 2008 και ταυτόχρονα η αύξηση του δανεισμού την διετία 2008-09 έφτασε τα 60 δισ. €, σχεδόν όσο ήταν ολόκληρο το δημόσιο χρέος από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Δηλαδή η οικονομία μας βασίστηκε στο εγχώριο εμπόριο ειδών εισαγωγής, τα οποία αγοράζαμε με δανεικά. Είμαστε η 90η χώρα στην κατά κεφαλή παραγωγή αλλά η 30η στην κατανάλωση. Τα τελευταία 30 χρόνια εισπράξαμε 160 δισ. € ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, όχι μόνο χωρίς καμία βελτίωση των παραγωγικών δεικτών αλλά με μια πρωτοφανή παραγωγική παρακμή. Το 1980, 90% των καταναλωθέντων τροφίμων ήταν ελληνικής παραγωγής. Σήμερα είναι το 10%.
Το να φορτώνουμε όλα αυτά τα δεινά αποκλειστικά στην «πλουτοκρατία» και τον «διεθνή καπιταλισμό» αποτελεί προφανώς μια εύκολη λύση. Διότι υπάρχουν και καπιταλιστικές χώρες που δεν πέσανε σε αυτή την παγίδα. Και η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα, πλην μεμονωμένων φωνών, καμία πολιτική δύναμη, από το ένα άκρο της αριστεράς μέχρι το άλλο της δεξιάς, δεν επισήμανε αυτόν τον εκτροχιασμό. Το «ξύπνημα» είναι απότομο και οδυνηρό!
Το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι η πολιτική πρόταση, τολμηρή και ρεαλιστική ταυτόχρονα, που θα δώσει απάντηση στο σύνολο αυτών των προκλήσεων στην χώρα μας. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω βρει την μαγική λύση. Επέλεξα να αγωνιστώ μέσα σε μια μεγάλη προοδευτική δημοκρατική παράταξη, η οποία ιστορικά έφερε την αλλαγή στην Ελλάδα και αντιπροσωπεύει μια κρίσιμη μάζα του ελληνικού λαού. Δίνω μια συνεχή μάχη αυτή η παράταξη να μπει σε διάλογο με όλες τις αριστερές δυνάμεις, όπως αυτό συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες. Δυστυχώς στην Ελλάδα σήμερα τα κόμματα της ιστορικής αριστεράς εγκλωβίζονται σε μια υποτιθέμενη ιδεολογική καθαρότητα, αδυνατώντας να διαμορφώσουν εναλλακτική, ρεαλιστική πρόταση. Δεν μιλώ για το όραμα, το οποίο σίγουρα υπάρχει αλλά για το πολιτικό σχέδιο, τις συγκεκριμένες προτάσεις, τις συμμαχίες που μπορούν να καταστήσουν αυτό το όραμα πειστικό και εφαρμόσιμο. Και τελικά το όραμα παραμένει απλώς ένα απατηλό όνειρο. Η ιστορία όμως συνεχίζεται…
Θα μπορούσε το κίνημα των «αγανακτισμένων» να συμβάλει στην έξοδο από την κρίση;
Η αγανάκτηση είναι μια φυσιολογική αντίδραση στην κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας. Είναι κρίμα που η αγανάκτηση αυτή δεν εκδηλώθηκε νωρίτερα. Πόσο χρήσιμο θα ήταν αν χιλιάδες αγανακτισμένοι πολίτες είχαν τα προηγούμενα χρόνια κατακλύσει τις πλατείες με το σύνθημα «δεν πληρώνω φακελάκι»! Πόσο καλό θα είχε κάνει στην χώρα μας, αν μια γενική απεργία είχε επιβάλει το ενιαίο μισθολόγιο πριν κάποια χρόνια, ώστε κάθε δημόσιος υπάλληλος να αμείβεται σύμφωνα με το τι αξίζει και όχι σύμφωνα με την ρουσφετολογική πολιτική του εκάστοτε υπουργού. Βέβαια, όπως λέει το ρητό, «καλύτερα αργά, παρά ποτέ».
Το θέμα τώρα είναι ότι η αγανάκτηση δεν αρκεί. Το εξέφρασε με τον πιο συνετό τρόπο ο κορυφαίος Γάλλος συγγραφέας Pierre Assouline λέγοντας τα εξής: «Ένας ξεσηκωμός πολιτών ο οποίος δεν προχωρεί πέρα από το στάδιο της αγανάκτησης είναι καταδικασμένος να πέσει σύντομα στην λήθη. Διότι γνωρίζουμε πως όσο πιο ισχυρό αντίκτυπο έχει προς στιγμή κάτι που επικαλείται το συναίσθημα, άλλο τόσο σύντομα διαλύεται μόλις θελήσει κανείς να το εγγράψει σε βάθος χρόνου. Αυτό είναι άλλωστε ένα από τα αρχαιότερα διδάγματα της δημαγωγίας».
Με άλλα λόγια, αν αυτό το κίνημα δεν ξεπεράσει την φάση του βίαιου συναισθήματος, που ξεσπάει σε λεκτικές ακρότητες («δοσίλογοι» κλπ.) ή βιαιότητες, για να περάσει στη φάση του πολιτικού συλλογισμού, που εκφράζεται με τη δύναμη των επιχειρημάτων σε δημοκρατικό διάλογο, τότε θα εξευτελιστεί σε παιχνίδι στα χέρια κάθε λογής δημαγωγού.
Και έτσι φτάνω στα τελευταία επεισόδια. Η εισβολή σε έναν ιδιωτικό χώρο, όπου πολίτες διοργανώνουν μια συζήτηση, για να την διακόψετε με βίαιο τρόπο είναι απαράδεκτη από κάθε σκοπιά. Πρότεινα σε όσους εισέβαλαν να συμμετάσχουν στον διάλογό μας, δημοκρατικά. Εισέπραξα από έναν εκ των παρευρισκόμενων την εξής απάντηση: «δεν είμαστε δημοκράτες, είμαστε επαναστάτες». Επαναστάτες όμως είναι αυτοί που κάνουν επανάσταση, όχι αυτοί που κάνουν φασαρία, επιδιώκοντας να τους καταγράψουν κάποιες κάμερες. Και επίσης γνωρίζουμε όλοι που οδηγούν οι «επαναστάσεις», που δεν σέβονται τις δημοκρατικές αξίες: στην τρομοκρατία της Γαλλικής επανάστασης, στο σταλινισμό και στο φασισμό.
Αντιδράσατε στο ότι σας αποκάλεσαν μειοψηφία. Όταν 10 ή 15 άτομα εισβάλλουν σε μια συγκέντρωση 150 πολιτών, προφανώς είναι μειοψηφία. Δεν το λέω απαξιωτικά. Αντιθέτως, θεωρώ ότι βάση της δημοκρατίας είναι και ο σεβασμός της μειοψηφίας. Με τον αυτονόητο όρο ότι και η μειοψηφία σέβεται τους υπολοίπους.
Στην επιστολή σας μου προτείνεται να παραιτηθώ για να λύσω το πρόβλημα της κοινωνίας. Μακάρι η παραίτησή μου να το έλυνε! Θα ήμουν διπλά ευτυχής. Πρώτον διότι θα εξυπηρετούσα την πατρίδα μου και δεύτερον διότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με θέματα πιο ευχάριστα για μένα. Όπως όμως καταλαβαίνει κάθε νοήμων άνθρωπος, αν το δεύτερο είναι δεδομένο, το πρώτο δεν ισχύει. Η παραίτηση είναι πάντα επιβράβευση των όσων θέλουν να σε απομακρύνουν, των όσων «ενοχλείς». Έχω αναλάβει έναν συγκεκριμένο αγώνα. Δεν είμαι ούτε θα γίνω ποτέ ένας επαγγελματίας πολιτικός. Είμαι ένας άνθρωπος που διαμορφώθηκε μέσα από την δράση του στην κοινωνία. Έχω επιλέξει ένα επάγγελμα, την ιατρική, από κοινωνική ευαισθησία. Στον ιατρικό επαγγελματικό μου χώρο έχω δώσει μάχες για την καινοτομία και κόντρα σε κατεστημένα. Προέκταση της ιατρικής ήταν για μένα η ένταξη στο ανθρωπιστικό κίνημα. Με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, έχω βρεθεί στο πλάι των αδύναμων και των θυμάτων των περισσοτέρων πολέμων της τελευταίας 20ετίας: στο Σαλβαδόρ, στη Καμπότζη, στο Κουρδιστάν, στην Ρουάντα, στη Σομαλία, στην Παλαιστίνη, στη Βοσνία, στο Κόσσοβο, στη Σρι Λάνκα, στο Ζαΐρ, στο Αφγανιστάν και σε πολλούς άλλους τόπους, όπου άνθρωποι υπέφεραν από λιμό, σεισμό ή άλλη καταστροφή, στην Αρμενία, στην Τανζανία, στο Ιράν, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στην Αλβανία, στο Πακιστάν και πρόσφατα στην Αϊτή.
Δεν έχω δώσει ποτέ μάθημα ανθρώπινης ή κοινωνικής ευαισθησίας σε κανέναν. Δεν πρόκειται ποτέ και να δεχτώ τέτοιο μάθημα από οποιονδήποτε. Την κριτική βέβαια την δέχομαι και την λαμβάνω υπόψη μου. Οι κραυγές και οι ύβρεις όμως με αφήνουν αδιάφορο, διότι κατά κανόνα χαρακτηρίζουν αυτούς που τις εκτοξεύουν.
Εύχομαι σε όλους μας το 2012 οι «αγανακτισμένοι» να εξελιχθούν σε αποφασισμένους ενεργούς πολίτες.
Και βέβαια θα είμαι πάντα διαθέσιμος για διάλογο.
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΟΥΔΟΥΡΗ
————————————————————————————————






