Όταν ο Εθνικός Ύμνος γίνεται ψυχή – Η Χορωδία «Πολύμνια» υψώνει τη φωνή της

Τραγουδώντας για την Ελευθερία… και διεκδικώντας τον Πολιτισμό που μας αξίζει
Η επετειακή εκδήλωση της Μικτής Τετράφωνης Χορωδίας Γαργαλιάνων «Η Πολύμνια» για την 25η Μαρτίου 1821 δεν ήταν απλώς μια μουσική βραδιά. Ήταν μια πράξη μνήμης. Μια πράξη τιμής. Μια πράξη αντίστασης στην αδιαφορία.
Μέσα από τα τραγούδια της Επανάστασης, η χορωδία μας έδωσε φωνή σε εκείνους που θυσιάστηκαν για να υπάρχουμε εμείς σήμερα ελεύθεροι. Δεν ήταν απλώς νότες. Ήταν ψυχές.
Και στο τέλος, όταν αντήχησε ο Εθνικός Ύμνος, δεν ήταν μια τυπική εκτέλεση. Ήταν ρίγος. Ήταν συγκίνηση. Ήταν υπενθύμιση ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται — κερδίζεται και διατηρείται.
Δείτε όλα τα βίντεο: Αυτές οι φωνές είναι ο Πολιτισμός μας Αυτό που ακούτε δεν είναι μια “εκτέλεση”.
Είναι:
- η μνήμη ενός λαού
- η θυσία των προγόνων
- η συνέχεια του τόπου μας
Και αυτή η φωνή… κινδυνεύει να σιγήσει.
Η σκληρή αλήθεια που δεν πρέπει να κρύψουμε
Στους Γαργαλιάνους έχουν απομείνει: Η Χορωδία και η Φιλαρμονική. Δύο ζωντανά κύτταρα πολιτισμού.
Και τα δύο… παραμελημένα. Χωρίς στήριξη. Χωρίς φροντίδα.
Την ίδια στιγμή: 15.000 – 20.000 ευρώ δίνονται κάθε καλοκαίρι για λίγες ώρες “διασκέδασης” στη πλατεία με σκυλάδικα τραγούδια… Για ποιο αποτέλεσμα; Για μια πρόσκαιρη διασκέδαση που τελειώνει το ίδιο βράδυ.
Ενώ ο Πολιτισμός που χτίζει συνείδηση, παιδεία και ταυτότητα… αφήνεται στην τύχη του.
Η Χορωδία μας δεν ζητά προνόμια.
Ζητά:
Έναν χώρο για πρόβες
Μια στέγη για να συνεχίσει να υπάρχει
Δεν ζητάμε χρήματα. Η Χορωδία έχει ζητήσει από πέρισυ, επίσημα με αίτημα του Τοπικού Συμβουλίου, κάτι απλό: Έναν χώρο για πρόβες Υπάρχει μια δημοτική αποθήκη, κατάλληλη, που επαρκεί πλήρως για τις ανάγκες μας.
Απάντηση: καμία.
Και όμως: Προσφερθήκαμε να τη φτιάξουμε μόνοι μας. Με δικά μας χρήματα. Δεν ζητήσαμε να την φτιάξει ο Δήμος. Το κόστος καθαρισμού και διαμόρφωσης της αποθήκης αυτής υπολογίζεται ότι θα είναι 10.000-12.000 ευρώ. Δεν ζητάμε δραχμή από το Δήμο. Και πάλι… σιωπή. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί καμία απάντηση στο αίτημα. Αυτό από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η παραχώρηση ενός χώρου δεν είναι χάρη. Είναι υποχρέωση.
Όταν μια πόλη εγκαταλείπει τη Χορωδία και τη Φιλαρμονική της, δεν χάνει απλώς δραστηριότητες.
Χάνει την ψυχή της.
Χάνει τη συνέχεια της ιστορίας της.
Χάνει την ταυτότητά της.
Ο Πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι ανάγκη. Είναι παιδεία. Είναι μνήμη.
Μια προσωπική στιγμή: Εγώ και η Μαίρη αν και είμαστε μέλη της Χορωδίας, δεν τραγουδήσαμε αυτή τη φορά λόγω μιας ίωσης. Όμως βρεθήκαμε εκεί με μια κάμερα στο χέρι. Βιντεοσκοπήσαμε αυτές τις στιγμές για να φτάσει σε όλους. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία… Ίσως αυτός ήταν ο λόγος της ίωσης…
Να καταγραφεί αυτή η βραδιά. Να φτάσει σε περισσότερους. Να ακουστεί πιο δυνατά η ανάγκη.
Ώρα να σταματήσει η αδιαφορία. Ο Δήμος Τριφυλίας οφείλει να απαντήσει. Οφείλει να στηρίξει. Οφείλει να σεβαστεί. Οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της περιοχής οφείλουν να είναι παρόντες όχι μόνο στις εκδηλώσεις, αλλά και στα ζητήματα που απασχολούν την τοπική κοινωνία. Σήμερα όμως στην παρέλαση είναι πρώτοι στην σειρά των επισήμων… Οι πολίτες δεν ψήφισαν συμβούλους για να είναι απλώς παρόντες στις παρελάσεις, …ή για να ακολουθούν χωρίς ουσιαστική παρέμβαση.

Τους εκλέξαμε για να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της πόλης μας των Γαργαλιάνων και όχι για να σιωπούν. Η παρουσία στις παρελάσεις είναι δεδομένη. Η στήριξη στον Πολιτισμό παραμένει ζητούμενο.
Η Χορωδία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι Πολιτισμός.
Και ο Πολιτισμός είναι η ψυχή αυτού του τόπου.
Αν αυτή η φωνή σιγήσει… Δεν θα φταίνε οι άνθρωποι. Θα φταίει η αδιαφορία.
Η Χορωδία «Πολύμνια» απέδειξε ότι υπάρχει. Ότι δημιουργεί. Ότι συγκινεί.
Τώρα είναι η σειρά της Δημοτικής Αρχής Τριφυλίας να αποδείξει ότι σέβεται τον Πολιτισμό.
Φώτης Παναγιωτακόπουλος, Ενεργός Πολίτης

Ακολουθούν τα βίντεο της εκδήλωσης:
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει.» Διονύσης Σωλομός
Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά, μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά; Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή. Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά, να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά; Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή. Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς; Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή. Ρήγας Φεραίος
Μια βλά – μωρέ μια βλάχα Βερβαινιώτισσα. (δις) Μια βλάχα Βερβαινιώτισσα, μια Βερβαινιωτοπούλα. (δις) Αγνά – μωρέ αγνάντευε στα Βέρβαινα. (δις) Αγνάντευε στα Βέρβαινα στου Μάνταλου τον πύργο. (δις) Οπού – μωρέ οπούχουν μαζευτοί πολλοί. (δις) Οπούχουν μαζευτοί πολλοί όλο καπεταναίοι. (δις) Εκεί ν’μωρέ εκεί ν’κι ο γέρος του Μοριά. (δις) Εκεί ν’κι ο γέρος του Μοριά κι ο κρεβατάς της Σπάρτης. (δις)
Τρα λα λα λα… Ένας λεβέντης περπατεί και τρέμει η γης όπου πατεί. Φεσάκι κόκκινο φορεί και φουστανέλα γιορτερή. Αράδα αστράφτουν τα φλουριά και τα τσαπράζια τα βαριά. Απ’ το λημέρι ροβολά, του σκλάβου την τιμή φιλά. Τρα λα λα λα… Κρατεί τουφέκι στο πλευρό και το μουστάκι έχει στριφτό. Μ’ αστήθι ολάνοιχτο, φαρδύ, περνά και ψιλοτραγουδεί. Την άνοιξη την λευτεριά, τη νιότη και την κλεφτουριά. Τρα λα λα λα…
Μαύρη, μωρέ, πικρή είν’ η ζωή που κάνουμε Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες, Ποτέ, μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε, ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε Όλη, μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο Όλη μερούλα πόλεμο το βράδυ καραούλι, το βράδυ καραούλι Κοντά, μωρέ, κοντά, στα ξημερώματα Κοντά στα ξημερώματα γυρίζω να πλαγιάσω, γυρίζω να πλαγιάσω Το χε- μωρέ, το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα, και το σπαθί μου στρώμα Το κα’μωρέ, καριοφίλι μ΄αγκαλιά Τι καριοφίλι μ΄ αγκαλιά σαν το παιδί την μάνα, σαν το παιδί τη μάνα.
Δέκα παλικάρια στήσανε χορό
στου Καραϊσκάκη το κονάκι
πέφταν τα ντουβάρια από το χορό
κι από τις πενιές του Μιχαλάκη
Κι όλη νύχτα λέγαμε
τραγούδι για τη λεβεντιά
κι όλη νύχτα κλαίγαμε
Γοργόνα Παναγιά ] 2x
Και το βράδυ βράδυ ήρθαν με τα μας
Μάρκος Βαμβακάρης με Τσιτσάνη
σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς
με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη
Κι όλη νύχτα λέγαμε
τραγούδι για τη λεβεντιά
κι όλη νύχτα κλαίγαμε
Γοργόνα Παναγιά ] 2x
Έβαλα ένα βόλι στο καριόφιλο
κι έριξα τη νύχτα να φωτίσει
κι είπα να φωνάξουν το Θεόφιλο
τον καημό μας για να ζωγραφίσει
“Έχε γεια καημένε κόσμε, Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή, Έχε γεια καημένε κόσμε,
Έχετε γεια βρυσούλες λόγγοι, βουνά, ραχούλες
Έχετε γεια βρυσούλες και σεις Σουλιωτοπούλες
Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά
Κι οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε δίχως την ελευθεριά.
Έχετε γεια βρυσούλες λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες!”
Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.
Σαράντα παλληκάρια
από τη Λε μωρ’ απ’ τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε
την Τροπο , μωρ’ την Τροπολιτσά
Στο δρόμο που πηγαίνανε γέροντα,
μωρ’ γέροντ’ απαντούν.
Ώρα καλή σου γέρο
καλώς τα τα, καλώς τα τα παιδιά.
Πού πάτε παλληκάρια
πού πάτε βρε, πού πάτε βρε παιδιά.
Πάμε για να πατήσουμε
την Τροπο , μωρ’ την Τροπολιτσά
Όταν ο Εθνικός Ύμνος γίνεται ψυχή – Η Χορωδία «Πολύμνια» υψώνει τη φωνή της

Η παραχώρηση ενός χώρου στη Χορωδία μας:
- δεν είναι παροχή
- δεν είναι εξυπηρέτηση
- δεν είναι “καλή θέληση
Είναι υποχρέωση του Δήμου απέναντι στον Πολιτισμό
Συμφωνείτε να δοθεί χώρος στη Χορωδία; ΝΑΙ ή ΟΧΙ;
Γράψτε ένα σχόλιο



