ΕΛΛΑΔΑΖΩΗΘΡΗΣΚΕΙΑΠΑΙΔΕΙΑ

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΒΑΤΑ… του Νίκου Καζαντζάκη

Όσο υπάρχουν πρόβατα

441

Μεγάλες ταμπέλες, περίφραξη του χώρου, ο τσοπάνης φυσάει τη φλογέρα του, πορτιέρηδες στην είσοδο διαλαλούν τη γη της επαγγελίας, τσομπανόσκυλα αλυχτάνε για να κρατήσουν το κοπάδι μαζεμένο.

Όλα σοφά και όμορφα φτιαγμένα ώστε κάθε πρόβατο να βρίσκει το μαντρί που του ταιριάζει, να νοιώθει όπως φαντάστηκε ότι ήτανε καλά να νοιώθει.
Αλήθεια ποιο μαντρί είναι το καλύτερο;
Ποιο είναι αυτό που στο τέλος της ημέρας το πρόβατο δεν θα κουρευτεί, δεν θα του πάρουν το γάλα, δεν θα οδηγηθεί στη σφαγή; Αναζητώντας το, ρωτώ δεξιά και αριστερά, μαθαίνω από τους μέσα και από τους έξω, προσπαθώ να φανταστώ, ενίοτε δοκιμάζω να μπω μερικά μέτρα μέσα, άλλοτε εγκλωβίζομαι μέσα, άλλοτε νοιώθω εγκλωβισμένος που είμαι απ’έξω, δυσκολεύομαι να καταλήξω σε ποιο μαντρί να μαντρωθώ!

Και τι άλλο να κάνω; Να μείνω μόνος, θα με φάει ο λύκος μου λένε. Να φτιάξεις το δικό σου μαντρί, πετάγεται ο άλλος. Ναι αλλά μαντρί και να είμαι πάλι μόνος τι νόημα έχει. Να βάλεις και άλλους μέσα – ναι εντάξει, πως όμως; Να βάλεις μια ταμπέλα να τη βλέπουν από μακριά και να’ρχονται. Και όταν πλησιάσουν να βάλεις πορτιέρηδες στην είσοδο να διαλαλούν τη γη της επαγγελίας, και όταν μπουν μέσα να βάλεις τσομπανόσκυλα να τους κρατάνε μαζεμένους, και εσύ να φυσάς τη φλογέρα σου, δεν θα είσαι πια πρόβατο αλλά τσοπάνης. Θα αρμέγεις, θα κουρεύεις, θα σφάζεις και θα περνάς καλά.

Μα εγώ είμαι πρόβατο δεν θέλω να γίνω τσοπάνης. Το μόνο που μ’ένοιαζε ήταν να μην κλειστώ σε κανά μαντρί και μου βάλουνε εκείνη τη στάμπα με το πυρακτωμένο σίδερο, θα καίει πολύ φαντάζομαι και θα μείνει σημάδι για πάντα. Ομολογώ πως είχα μια θλίψη για τ’άλλα πρόβατα που τα’βλεπα μαντρωμένα, μα φαινόντουσαν να περνάν καλά και έτσι ξεχνιόμουνα στη μοναξιά μου, που μάλλον αυτή ήταν που με πείραζε και πιο πολύ απ’όλα.

Μα ήρθε μια μέρα κάποτε που ήταν διαφορετική από όλες τις άλλες. Τα μαντρωμένα πρόβατα δεν ήταν πια χαρούμενα, δυσανασχετούσαν σε όλα τα μαντριά. Είχε πέσει ξηρασία και δεν είχαν ούτε να φάνε ούτε να πιούνε πια. Τ’άρμεγαν και τα κούρευαν κάθε μέρα και όσα δεν είχαν πια να δώσουν γάλα και μαλλί τα σφάζανε αμέσως. Οσα νοιώθανε μια στάλα δυνατά έψαχναν να φύγουν απ’το μαντρί, μα μαθημένα καθώς ήτανε να ζούνε πάντα σε μαντρί, αναζητούσανε σ’άλλο μαντρί να πάνε πάλι.

Τα τσομπανόσκυλα αλυχτούσαν όλο και πιο δυνατά όπως και οι πορτιέρηδες από τα διπλανά μαντριά επίσης. Οι φλογέρες βούιζαν όλες μαζί κακόφωνα, χωρίς σκοπός να ξεχωρίζει. Και να το ερώτημα ξανάρχεται, ποιο μαντρί είναι καλύτερο; Σε ποιο μαντρί να πάω; Ήρθε η μέρα που και τα μαντρωμένα ρώτησαν την ίδια ερώτηση με μένα.

Και τότε έκατσα να φανταστώ πως θα’τανε το τέλειο μαντρί. Δεν θα’χε φράχτη γύρω-γύρω, θα επιτρεπότανε να τρως από όλα τα λιβάδια, να πίνεις νερό απ’όλες τις πηγές, να ταξιδεύεις σε κάθε τόπο και να χαίρεσαι τις ομορφιές του και να αφήνεις πίσω τις κακοτοπιές του. Και στο τέλος της ημέρας δεν θα είχε κούρεμα, άρμεγμα και σφαγή. Μα τι τα θες, αφού δεν υπάρχει τέλειο μαντρί παρά μόνο στη φαντασία μου. Μετά όμως θυμήθηκα δυο λόγια του φιλόσοφου συγγραφέα και σκέφτηκα, μα ναι υπάρχει τέτοιο μαντρί, μόνο που δεν είναι για πρόβατα.

«Στον κόσμο τούτον» συλλογίζουνταν, «θά ‘σαι αρνί ή λύκος – αν είσαι αρνί σε τρων – αν είσαι λύκος τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο»; Και μια φωνή μέσα του του αποκρίνουνταν: «υπάρχει, υπάρχει, παπα-Γιάνναρε, κάνε υπομονή.

Τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος – δεν έφτασε ακόμα. Βιάζεσαι; Ο Θεός δε βιάζεται παπα-Γιάνναρε.»


Ν. Καζαντζάκης, Αδερφοφάδες

Σχετικά Άρθρα

Ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button

Discover more from Gargalianoi Online News

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading