Όταν κάποιοι πολεμούν κάποιοι άλλοι κερδοσκοπούν

του Tariq Dana.
Ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των Παλαιστινίων που ζει υπό την Ισραηλινή κατοχή δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τα προς το ζήν, η Παλαιστινιακή μεγαλοαστική τάξη ευδοκιμεί και ισχυροποιείται. Το κόστος που πληρώνουν για την ευημερία τους είναι η δραστηριότητά τους σε έργα “οικονομικής εξομάλυνσης”, δηλαδή σε έργα που διεκπεραιώνονται μαζί με Ισραηλινές εταιρείες, σαν να επρόκειτο για συνηθισμένους επιχειρηματικούς εταίρους και όχι για δυνάμεις κατοχής. Από τη Συνδιάσκεψη στο Όσλο μέχρι σήμερα, η ισχύς της συγκεκριμένης αστικής τάξης στα κατοχικά εδάφη έχει αυξηθεί με γεωμετρική πρόοδο.
Η παλαιστινιακή αστική τάξη μπορεί να χωριστεί σε τρία γκρουπ. Καταρχήν, τους “επαναπατρισμένους καπιταλιστές”, δηλαδή όσους συγκροτούν τη Παλαιστινιακή μπουρζουαζία που έχει πλουτίσει στις Αραβικές χώρες (ιδιαίτερα στις χώρες του Κόλπου), στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Το δεύτερο γκρουπ συγκροτούν οι “ντόπιοι καπιταλιστές” και μπορεί να χωρίζεται σε δύο υπο-κατηγορίες: τους μεγαλογαιοκτήμονες, μια παραδοσιακά ισχυρή ομάδα που απολάμβάνει σημαντική πολιτική και κοινωνική επιρροή και τους μεσάζοντες, εκείνους δηλαδή που συγκέντρωσαν πλούτο στα χέρια τους ως μεσάζοντες Ισραηλινών επιχειρήσεων μετά την κατοχή του 1967. Τέλος, μια τρίτη κατηγορία αποτελούν οι nouveau riche, οι νεόπλουτοι, οι οποίοι έχουν εκμεταλλευθεί την οικονομική κατάσταση που έχει προκύψει μετά τις αλλαγές που έφερε η Συμφωνία του Όσλο.
Οι Παλαιστίνιοι επιχειρηματίες στη προσπάθειά τους να αντιπαλέψουν την απουσία στοιχειωδών κρατικών δομών, ζητούσαν επί χρόνια ένα καθεστώς ασφάλειας που μόνο ένα ισχυρό Κράτος θα μπορούσε να προσφέρει. Ένα καθεστώς όπου επιχειρήσεις και κέρδη θα προστατεύονταν από την περιφερειακή αστάθεια. Ως αποτέλεσμα, πολλοί από αυτούς υποστήριξαν τη Συμφωνία του Όσλο θεωρώντας την ένα σημαντικό βήμα προς την ίδρυση του παλαιστινιακού κράτους. Ορισμένοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το Όσλο θα μετατρέψει τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα σε Σιγκαπούρη της Μέσης Ανατολής.
Τα πρώτα σημάδια της αστικής επιρροής στην εκκολαπτόμενη Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) μπορούν να γίνουν διακριτά στο άρθρο 21 του Παλαιστινιακού Θεμελιώδους Συντάγματος. Εκεί, διευκρινίζεται πως το “οικονομικό σύστημα στην Παλαιστίνη βασίζεται στις αρχές της ελεύθερης αγοράς”. Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο αρχιτέκτονας του παγκόσμιου καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς, δεν διατυπώνουν τόσο άκαμπτα στο σύνταγμά τους το οικονομικό σύστημα της χώρας. Η χωρίς προϋποθέσεις, υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού από την ΠΑ συνέβαλε στην εγκαθίδρυση ενός γενικότερου θεσμικού πλαισίου, που δίνει τη δυνατότητα σε ένα μικρό κύκλο οικονομικών συμφερόντων να αποκτήσει τον έλεγχο των ασκούμενων πολιτικών.
Ο νεοφιλελευθερισμός, σε συνδυασμό με τον πολιτικό αυταρχισμό και τη διαφθορά, συνέβαλε στην εγκαθίδρυση ενός “καπιταλισμού της κλίκας”. Η λογική της κλίκας ήταν ανέκαθεν ισχυρή στη Παλαιστίνη, με τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες της ΠΑ να έχουν στενούς δεσμούς με μία μικρή ομάδα ισχυρών επιχειρηματιών. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η ειδική σχέση που απολάμβανε μερίδα της Παλαιστινιακής αστικής τάξης με μέλη της ΠΑ που βρίσκονταν στην εξουσία, οδήγησε στη συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στα χέρια συγκεκριμένων ατόμων, που κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να μετατρέψουν την εθνική προσπάθεια της χώρας σε ένα παιχνίδι οικονομικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σχέσης είναι η ανάπτυξη μεικτών μονοπωλίων με δημόσιο και ιδιωτικό δηλαδή χαρακτήρα, σε είκοσι πέντε βασικά καταναλωτικά αγαθά, μεταξύ των οποίων το αλεύρι, η ζάχαρη, το λάδι, τα κατεψυγμένα κρέατα, τα τσιγάρα, το τσιμέντο, ο χάλυβας, το ξύλο, ο καπνός και το πετρέλαιο.
Τα μονοπώλια είχαν καταστροφικές συνέπειες για την παλαιστινιακή οικονομία και τις μικρές επιχειρήσεις ενώ ωφέλησαν την ισραηλινή οικονομία. Ένας σημαντικός αριθμός ισραηλινών πολιτικών και στρατιωτικών που είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση συνεργάστηκε με παλαιστινιακούς επιχειρηματικούς πολιτικούς κύκλους. Σε αντάλλαγμα, το Ισραήλ προσέφερε σε Παλαιστίνιους επιχειρηματίες και πολιτικούς ειδικά προνόμια, όπως εύκολη πρόσβαση σε άδειες ή την ελευθερία κινήσεων και εμπορίου.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον πρώην Πρωθυπουργό Σαλάμ Φαγιάντ και τα κυβερνητικά προγράμματα που εκείνος υλοποίησε από το 2008, συνέβαλαν στην ισχυροποίηση των δεσμών συγκεκριμένων επιχειρηματιών με το πολιτικό κατεστημένο. Επιχειρηματίες και τεχνοκράτες κατέλαβαν σημαντικές υπουργικές θέσεις στις κυβερνήσεις Φαγιάντ .
Η «μεταρρύθμιση» του τραπεζικού τομέα, που πραγματοποιήθηκε υπό την διακυβέρνηση του Φαγιάντ, σκιαγραφεί την αύξηση της πολιτικής επιρροής της μεγαλοαστικής τάξης. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις κατεστήσαν εφικτή τη σύναψη δανειακών συμφωνιών από πλευράς κυβέρνησης, για ποσά που, σύμφωνα με μια πρόσφατη εκτίμηση, ανέρχονται σε περίπου 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013 – δηλαδή όσο το 50 % του ΑΕΠ της χώρας με τα επιτόκια να ανέρχονται ετησίως σε 200 εκατομμύρια δολάρια. Για μια οικονομία που είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη διεθνή βοήθεια, το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο κρατικού χρέους είναι ανησυχητικό. Το πώς δαπανήθηκαν τα χρήματα από τη Παλαιστινιακή Αρχή καθώς και το πώς σκοπεύουν να εξοφλήσουν τα χρέη παραμένει μυστήριο.
Τα επίπεδα του δημόσιου χρέους επιτρέπουν στην εγχώρια μεγαλοαστική τάξη να ασκεί πιέσεις στην Παλαιστινιακή Αρχή, προκειμένου να προσαρμόσει τις πολιτικές της ανάλογα με τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρικών επιχειρήσεων, πάντα υπό την απειλή της ακύρωσης επενδυτικών πρότζεκτ. Περιττό να επισημάνουμε ότι το κόστος θα κληθούν να πληρώσουν οι απλοί άνθρωποι, όπως έγινε όταν η ΠΑ στις αρχές του 2012 ανακοίνωσε την άυξηση του φόρου εισοδήματος και τη παράλληλη μείωση των δαπανών.
Ο βαθμός επιρροής της Παλαιστινιακής μεγαλοαστικής τάξης γίνεται φανερός από τις εξελίξεις στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η πλειοψηφία των μεγαλοεπιχειρηματίων στηρίζουν την πρόταση του αμερικανού ΥΠΕΞ, Τζον Κέρι, για μια ειρηνική διευθέτηση της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης μέσω της εφορμαγής ενός σχεδίου που φέρει την ονομασία “Σπάζοντας το αδιέξοδο” (σ.μ. Breaking the Impasse) και το οποίο στρέφεται ενάντια στα κυριαρχικά δικαιώματα των Παλαιστινίων. Η συγκεκριμένη πρόταση σχεδιάστηκε εν τη απουσία, όχι μόνο της παλαιστινιακής κοινωνίας των πολιτών, αλλά ακόμα και της Παλαιστινιακής Αρχής.
Ο κοινωνικός έλεγχος που ασκεί η συγκεκριμένη τάξη διευκολύνεται μέσω του ιδιωτικού δανεισμού που έχει ενισχύσει την κουλτούρα του καταναλωτισμού και έχει ωθήσει πολλούς ανθρώπους να πέσουν στη παγίδα του χρέους. Σύμφωνα με το Παλαιστινιακό Νομισματικό Ταμείο, τα δάνεια προς ιδιώτες έφτασαν το 1 δις δολάρια το 2013 από περίπου 494 εκατομμύρια το 2009. Εκτιμάται ότι το 75% των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα (δηλαδή οι 94.000 υπάλληλοι από τους συνολικά 153.000) είναι βυθισμένοι στα χρέη. Το χρέος χρησιμοποιείται για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών (δάνεια, αμάξια, προετοιμασίες γάμου, οικιακές συσκευές) και σπανίως επενδύεται σε παραγωγικές δραστηριότητες. Τέτοια υψηλά επίπεδα δανεισμού προωθούν τον ατομικισμό και ενισχύουν τα ιδιοτελή χαρακτηριστικά των ατόμων, οι οποίοι παύουν να ενδιαφέρονται για σημαντικά εθνικά ζητήματα. Προάγουν την πολιτική απάθεια και υπονομεύουν την κριτική σκέψη και δράση ενάντια στην καταπιεστική φύση του κατοχικού συστήματος.
Μία δεύτερη μέθοδος κοινωνικού ελέγχου είναι η εκμετάλλευση των εργαζομένων στα εργοστάσια των “ντόπιων καπιταλιστών”, όπου οι εργαζόμενοι πληρώνονται πολύ λιγότερο από τον κατώτατο μισθό (377 δολάρια) που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση. Η εκμετάλλευση και ο έλεγχος επί του παλαιστινιακού εργατικού δυναμικού επιδεινώνεται από την έλλειψη αποτελεσματικών εργατικών συνδικάτων, τα οποία έχουν αποδυναμωθεί τόσο από τις πολιτικές της Παλαιστινιακής αρχής όσο και από τις πρωτοβουλίες τις μεγαλοαστικής τάξης.
Η οικονομική εξομάλυνση θεσμοθετείται μέσω ενός ευρέος φάσματος κοινών ισραηλινο-παλαιστινιακών οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως οι κοινές βιομηχανικές ζώνες, τα ισραηλινο-παλαιστινιακά επιχειρηματικά φόρουμ, οι Παλαιστινιακές επενδύσεις στο Ισραήλ και στους εποικισμούς του, καθώς και στην από κοινού διαχείριση των υδάτινων πόρων. Βιώνουμε το εντονότερο επίπεδο οικονομικής εξομάλυνσης στην ιστορία του παλαιστινιακού αγώνα για την εθνική απελευθέρωση.
Διάφορες ομάδες υπέρ των ανθρώπινων δικαιώματων και της αυτοδιάθεσης της Παλαιστίνης έχουν καταδικάσει ανοιχτά τη δράση της Παλαιστινιακής μεγαλοαστικής τάξης. Εκείνοι απαντούν στις κατηγορίες ισχυριζόμενοι ότι επιδιώκουν να ενισχύσουν την παλαιστινιακή οικονομία και να ανυψώσουν των επίπεδο διαβίωσης των πολιτών. Στην πραγματικότητα, τα κοινά ισραηλινο-παλαιστινιακά έργα αντιπροσωπεύουν το πιο άσχημο πρόσωπο της εξομάλυνσης στη χώρα, εξαιτίας της κλίμακας και του μεγέθους τους καθώς βοηθούν την κατοχική δύναμη να επωφεληθεί και να διεισδύσει περαιτέρω στις δομές των κατεχόμενων εδαφών.
Για παράδειγμα, η πόλη Ραγουάμπι είναι μια νέα πόλη εξ’ολοκλήρου σχεδιασμένη από κατασκευαστικές εταιρείες και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές επενδύσεις στη Δυτική Όχθη. Είναι επίσης ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα έργα τέτοιας κλίμακας. Είτε κοιτάξουμε στην αποδοχή της φύτευσης 3.000 δέντρων το 2009 που δόθηκαν ως δωρεά από το Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο (και τα οποία αργότερα ξεριζώθηκαν) είτε μέσω της ανάθεσης του πρότζεκτ σε δέκα ισραηλινές εταιρείες, η Ραγουάμπι είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της ομαλοποίησης των κερδών των ισραηλινο-παλαιστινιακών επιχειρήσεων υπό τη σφραγίδα της “εθνικής ανάπτυξης”.
Οι βιομηχανικές ζώνες στα κατεχόμενα διοικούνται με την ίδια λογική που χαρακτηρίζει τη διαχείριση των Ειδικών Βιομηχανικών ζωνών στην Ιορδανία και την Αίγυπτο. Δίνουν σάρκα και οστά στο όνειρο του Σιμόν Πέρες για μια “Νέα Μέση Ανατολή” όπου το Ισραήλ θα αποτελεί το ηγεμονικό οικονομικό κέντρο της περιοχής. Οι βιομηχανικές ζώνες ενσωμάτωςαν το κοινό Ισραηλινο-Παλαιστινιακό κεφάλαιο σε μια ενιαία ανελέητη μηχανή, που εκμεταλλεύεται το φθηνό εργατικό δυναμικό- το οποίο προέρχεται και από την Παλαιστίνη, αλλά και από το εξωτερικό. Ελάχιστες τοπικές επιχειρήσεις επωφελούνται, ενώ η Ισραηλινή μήτρα που επιθυμεί να ελέγξει την περιοχή, επιτυγχάνει τη διαιώνιση της κατοχής.
Μια πρόσφατη έκθεση αποκαλύπτει ότι ορισμένες Παλαιστινιακές επιχειρήσεις (Αmallah Mövenpick hotel, the Bank of Jordan, Jordan Ahli Bank, Cairo Amman Bank) αναφέρονται ως πελάτες της Netacs Ltd., μιας ισραηλινής εταιρείας ασφαλείας που ανήκει στον απόστρατο υποστράτηγο Danny Rothschild. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος διοίκησε τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής στη Δυτική Όχθη και το Νότιο Λίβανο για χρόνια, ενώ έχει εργασθεί και στις υπηρεσίες κατασκοπείας.Τέτοιες σχέσεις αποκαλύπτουν τους δεσμούς που ενώνουν την Παλαιστινιακή μεγαλοαστική τάξη και την Ισραηλινή μεγαλοαστική τάξη.
Ο πολιτικός και κοινωνικός αντίκτυπος της δράσης της Παλαιστινιακής μεγαλοαστικής κλίκας και της συνεχιζόμενης οικονομικής εξομάλυνσης που πραγματοποιούν οι Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής, θα έπρεπε να θέσουν επί ποδός όλους όσους ενδιαφέρονται για το μέλλον του παλαιστινιακού αγώνα. Στο κυνήγι του κέρδους που παραμερίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των Παλαιστινίων και τις παλαιστινιακές εθνικές επιδιώξεις, έχουν αντιτάξει τα συμφέροντά τους απέναντι στην επιδίωξη της εθνικής απελευθέρωσης.
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Jacobin στις 20.2.2014



