ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΙΑΤΗ 2-9-1944 – ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΖΙ…

Όμως κινείται, σκύβει κι αγκαλιάζει τον Γιωργάκη, γαντζώνεται επάνω της σαν γατάκι, είναι μελανιασμένο από τον τρόμο και το κλάμα. Τρέμοντας, γλιστρώντας στην πλαγιά τον κατεβάζει στο βάθος της χαράδρας. "Κάτσε εδώ Γιωργάκη, ν'ανέβω να πάρω και το μωρό μας." Το σπαραχτικό του κλάμα δυναμώνει, γαντζώνεται ακόμα πιο πολύ επάνω της, με μια δύναμη αφύσικη στη φωνή τρίχρονου παιδιού. "Μη μ'αφήνεις, μη μ'αφήνειειειειειεις!!!" Είναι αδύνατο να το ησυχάσει, με τι τρόπο άλλωστε, τον ίδιο πανικό έχει κι εκείνη, γιατί καταλαβαίνει με το ένστικτο πως από δω και πέρα είναι γι'αυτά τα δυο μικρά, ο πατέρας, η μάνα, η οικογένεια που χάθηκε για πάντα, κείτονται νεκροί, άψυχοι εκεί πάνω, όπου το άλλο μωρό σπαράζει στο κλάμα, του κόβεται η ανάσα απ'τα αναφιλητά, πεσμένο κάτω δίπλα στη νεκρή μάνα, μόνο, βλέποντας τ'αδέλφια του να φεύγουν από κοντά του, νιώθει αν και μωρό ότι το αφήνουν μόνο κοντά στο φονιά που στέκει ακόμα εκεί με το όπλο προτεταμένο, παρακολουθώντας τρία μικρά, που τα χέρια του ορφάνεψαν, να ξεκινούν το δρόμο για το Γολγοθά της ζωής τους.
Με μια ύστατη προσπάθεια πιάνει τα χεράκια του, τα ξεκολλάει από πάνω της και σκαρφαλώνει πάλι στην πλαγιά να φθάσει επάνω να πάρει στην αγκαλιά της τον μικρό Αλέκο που εξακολουθεί να πνίγεται στο κλάμα και ησυχάζει κάπως όταν νιώθει τα χέρια της να το σηκώνουν από κάτω και να το κλείνουν στην αγκαλιά.
Ώσπου να φτάσει όμως επάνω, το άλλο κάτω πνιγόταν στο κλάμα και ησύχασε κι αυτό κάπως όταν έφθασε κοντά του, τον έπιασε απ'το χεράκι και ξεκίνησαν, τρία μικρά, πεντάρφανα, ολομόναχα, για που; Ποιος ξέρει; Σε ποιες περιπέτειες άραγε θα μπουν; Τι τα περιμένει από δω και πέρα;!
Σαν υπνωτισμένη προχωράει με τα μικρά, υπακούοντας, τι ειρωνεία! Στη συμβουλή του φονιά "πάρε τ'αδελφάκια σου και πήγαινε σπίτι σου." Περνάει τον ίδιο δρόμο που πριν λίγες ώρες είχε περάσει με τους γονείς, τους συγγενείς και όλους τους συγχωριανούς στο φευγιό για τη σωτηρία.
Ο δρόμος είναι έρημος, ψυχή δεν υπάρχει γύρω. Ο ήλιος στα μεσούρανα, ντάλα μεσημέρι, στην ατμόσφαιρα πλανάται μια αίσθηση νέκρας, φύλλο δεν κουνιέται, η φύση κρατάει την ανάσα της, απορημένη, ίσως συγκλονισμένη για τη φρίκη που διαδραματίζεται εμπρός της.
Προχωράει στο μονοπάτι προς το χωριό, σε λίγο εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια, βλέπει δυο από αυτά τυλιγμένα στις φλόγες, τα κεραμίδια πετιούνται ψηλά στον αέρα και ξεπροβάλλουν από μέσα τεράστιες γλώσσες φωτιάς. Προχωράει ακόμα, έχοντας μια αμυδρή ελπίδα να φθάσει στο σπίτι όπου θα βρει τη γιαγιά να της πει τα μαντάτα. Πίστευε πως η γιαγιά ήταν στο σπίτι όπου φύλαγε το σιτάρι και το καλαμπόκι.
Ξάφνου, ενώ βάδιζε στα ίσια, κάτι την έσπρωξε να γυρίσει το κεφάλι δεξιά, κάτω από τα πρώτα σπίτια ξεπρόβαλε ο δρόμος που ανεβαίνει από την Αγία Παρασκευή προς το χωριό. Βλέπει λοιπόν ν'ανηφορίζουν δυο άντρες, ντυμένοι στρατιώτες με δίκοχο στο κεφάλι, όμοιοι μ'αυτόν που πριν λίγο σκότωσε τους ανθρώπους της, στον ένα ώμο είχαν το όπλο με την ξιφολόγχη και στον άλλον είχαν από μια κουβέρτα μεταξωτή, κίτρινη η μία και ροζ η άλλη. Επιδόθηκαν δηλαδή οι κύριοι ταγματασφαλίτες και σε πλιάτσικο, αρπάζοντας τα προικιά των κοριτσιών που με κόπο και νυχτέρια ύφαιναν στον αργαλειό.
Στη θέα των δύο αυτών ανδρών γίνεται μέσα της συναγερμός, σε κλάσμα δευτερολέπτου ξυπνάει μέσα της το ένστικτο του μικρού αγριμιού που νιώθει τον κίνδυνο να το απειλεί. Το μυαλουδάκι της είναι θολωμένο, δεν λειτουργεί, δεν σκέφτεται, κινείται μηχανικά, στρέφει δεξιά και κατρακυλάει έναν μικρό κατήγορο μπροστά της πανικόβλητη. "Τρέχα Γιωργάκη!!", το μωρό το έχει αγκαλιά.
Τι έγινε; Ποια Θεία Πρόνοια, ποια δύναμη την έσπρωξε; Γιατί, το ένιωσε, ένα χέρι, μια ανοιχτή παλάμη ακούμπησε στην πλάτη της και την έσπρωξε δυνατά. Να ήταν ο αέρας, μα όχι είπαμε η φύση κρατούσε την ανάσα της, νεκρική σιγή παντού και ερημιά.
Λένε!! Πως τα μικρά παιδιά έχουν τον καλό τους άγγελο που τα φυλάει, και προπαντός τρία μικρά ανυπεράσπιστα, πεντάρφανα, τρομαγμένα, ίσως η Θεία Πρόνοια τα προστάτευε, ίσως η Αγία Παρασκευή που τα έβλεπε απ'το εκκλησάκι της και ίσως, Αυτός, που από κει ψηλά βλέπει τα πάντα και είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, αποφάσισε ότι αυτά τα τρία μικρά πρέπει να ζήσουν, για ποιο λόγο; Εκείνος γνωρίζει!
Και σήμερα ακόμη η Τούλα που θυμάται τα πάντα, νιώθει στην πλάτη της αυτή την παλάμη, να 'ναι της φαντασίας της; Να 'ναι γεγονός; Ποιος ξέρει;!
[εδώ αξίζει να σημειώσω πως, στην πλάτη της θείας μου, υπάρχει ένα σημάδι από κάψιμο στο σχήμα μιας παλάμης.. απλά το σημειώνω.. ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα..]
Ροβολώντας λοιπόν τον κατήφορο, υψώθηκαν τα σπίτια κι έτσι έκρυψαν τα παιδιά από τα μάτια των κακούργων. Απ'αυτή τη στιγμή η σκέψη του σπιτιού είχε σβήσει απ'το μυαλό της μικρής, δεν θα το ξαναθυμηθεί ποτέ πια από δω και πέρα, χώνεται ανάμεσα στα σπίτια και με λαχτάρα κατευθύνεται προς το σπίτι της θείας Δενώρας ακριβώς απέναντι απ'το εκκλησάκι. Νομίζει πως θα βρει αυτή τη θεία εκεί για να της πει τι τους συνέβη, να της πει ότι τη μαμά και τον μπαμπά και όλους τους άλλους τους σκότωσαν. Νιώθει πολύ βάρος μέσα της, την πνίγει ο λυγμός αλλά δεν μπορεί να κλάψει, ο φόβος, η τρομάρα, η αίσθηση ότι είναι πια ολομόναχα και ότι ο κίνδυνος τα κυκλώνει ολόγυρα δεν της δίνουν περιθώριο για δάκρυα.
Ποια η απογοήτευσή της όμως, όταν φθάνοντας εκεί δεν βρίσκει κανέναν. Μη γνωρίζοντας τι συνέβαινε μέσα στο χωριό απόρησε. Η ψυχή της γεμίζει τρόμο και απογοήτευση. Βγαίνει στην πίσω αυλή, κάθεται κάτω από ένα δέντρο έχοντας τα μικρά δεξιά και αριστερά της. Χαμένη σ'ένα πέλαγος απελπισίας, βυθισμένη σε μαύρες σκέψεις, που να βρει βοήθεια; προστασία; Ένας κόμπος της δένει το λαιμό, ανεβαίνει μέσα της και την πνίγει το παράπονο του παιδιού, που μόνο η μητρική παρουσία και αγκαλιά μπορεί να γλυκάνει. Η αίσθηση της απόλυτης εγκατάλειψης, της απόλυτης μοναξιάς, βαραίνει τόσο πολύ μέσα της που τη βουλιάζει σε απύθμενο βάραθρο, πριν λίγες ώρες ζούσε μέσα σε επταμελή οικογένεια και τώρα η ερημιά την τυλίγει. Φουσκώνει η ψυχή κι επιτέλους αναβλύζουν τα δάκρυα, τρέχουν βουβά, δεν ανακουφίζουν όμως, που είναι τα στοργικά χέρια της μητέρας να τα στεγνώσουν;
Τα μικρά την τραβούν με τα χεράκια τους, κλαίνε, ζητάνε τη μαμά, ταλαιπωρημένα κι αυτά, πεινούν, διψούν. "Μαμ, μαμά, μαμ", το ένα. "Μαμάααα! Μαμάααα!", το άλλο.
"Πάψτε πια!! Δεν έχει μαμά, τη σκότωσαν τη μαμά!"
Σπαρακτική η κραυγή βγήκε γεμάτη απελπισία, γεμάτη λυγμούς, τρομάζουν τα μικρά και το κλάμα δυναμώνει. Ο πόνος ξεχειλίζει πια, ξεσπάσει και η Τούλα. "Δεν έχει μαμά, δεν έχει μαμά!", λέει και ξαναλέει απελπισμένη.
Στο αποκορύφωμα αυτής της απόλυτης απελπισίας, τα μάτια της πέφτουν στο μονοπάτι πάνω, που πριν λίγο πέρασε και βλέπει κάτι που της δίνει ελπίδα στην καρδιά. Μοιάζει σαν όαση, βλέπει δυο γυναίκες να προχωρούν προς το βουνό για να σωθούν. Ακριβώς πίσω τους βλέπει τη γιαγιά της να προχωράει μαζί τους, έβλεπε το πίσω μέρος, ολόκληρη τη γιαγιά, από την πλάτη, ολοζώντανη, όπως ήταν το πρωί, με το τσεμπέρι στο κεφάλι, τη φούστα και την ποδιά ζωσμένη στη μέση, προχωρούσε πίσω τους λες και δεν πατούσε κάτω, σαν να την κρατούσαν δυο αόρατα χέρια και τη σήκωναν μια πιθαμή ψηλότερα από το έδαφος. Λαχτάρησε η καρδιά της μικρής, άρχισε να φωνάζει με όλη της τη δύναμη. "Γιαγιάααα! Γιαγιάααα!" Μα η απόσταση αρκετή, πως ν'ακούσουν τη φωνή ενός μικρού παιδιού. Αρπάζει τα παιδιά, ανεβαίνουν τον ανήφορο, τρέχουν να προλάβουν τη γιαγιά.
Ακόμη μέχρι σήμερα, επί τόσα χρόνια η Τούλα αναρωτιέται πως μπόρεσε, με τα μικρά της ποδαράκια, με 22 μηνών μωρό στην αγκαλιά, με το τρίχρονο αδελφάκι να την κρατάει απ'το φουστανάκι, πως μπόρεσε να φθάσει τις γυναίκες! Γιαγιά όμως, δεν υπήρχε μαζί τους. Τι έγινε λοιπόν; Αφού την είδε ολοζώντανη να βαδίζει με τις γυναίκες, οι γυναίκες υπαρκτές, η γιαγιά ανύπαρκτη. Όποιος θέλει ας βγάλει τα συμπεράσματά του, ανάλογα με την πίστη ή τις απορίες του!
Το ότι βρέθηκε κοντά σε δυο ανθρώπους ζωντανούς έπειτα από τόσα πτώματα, μόνο όποιος έζησε παρόμοια κατάσταση μπορεί να καταλάβει τι σήμαινε για τα τρία ορφανά. "Που πηγαίνετε; Πάρτε μας κι εμάς. Τη μαμά μου και τον μπαμπά μου τους σκότωσαν. Δεν ξέρω που να πάω. Πάρτε μας κι εμάς. Δεν ξέρω που να πάω!" Με όση δύναμη της έδινε η απελπισία, έτρεχε πίσω τους και παρακαλούσε, δεν της έδωσαν σημασία, συνέχισε να κλαψουρίζει και να παρακαλάει. Η μια γυναίκα ρίχνει πάνω από τον ώμο της μια φευγαλέα ματιά. "Άσε μας βρε κοριτσάκι μου κι εσύ τώρα!" Τάχυναν το τρέξιμο περισσότερο, πανικόβλητες κι αυτές και σιγά σιγά απομακρύνονταν όλο και πιο πολύ απ' τα παιδιά. Η μικρή δεν μπορούσε να τους φτάσει.
Σε τέτοιες στιγμές, η λογική του νου είναι πολυτέλεια, όταν τις θυμάται η Τούλα και φέρνει στη μνήμη αυτή τη σκηνή, δεν τις κακίζει, δεν τις κατηγορεί. Νιώθει τον πανικό τους, τον τρόμο τους, την αγωνία τους ν'απομακρυνθούν όσο γίνεται από τον κίνδυνο, από τον θάνατο που μόλις ξέφυγαν. Είναι η στιγμή του… "Σώσον εαυτόν σωθείτω."
Χρόνια πολλά μετά, έμαθε η Τούλα ότι η μια από τις δυο γυναίκες ήταν αυτή που πήδηξε από το παράθυρο του ζυμωτηρίου όπου τους είχαν στοιβάξει, για να τους κάψουν. Έμαθε επίσης πως μέσα στο βουνό, βρέθηκε αρκετά μακριά από τον χάρο, ησυχασμένη κάπως, συνάντησε κάποιους συγχωριανούς και κλαίγοντας ανέφερε το περιστατικό. "Είδα τα μικρά του Βασίλη και της Μαρίας, αλλά δεν έκανα τίποτα, δεν καλοκατάλαβα, η τρομάρα μου ήταν τέτοια που δεν άκουγα καν τι έλεγε η μικρή, λυπάμαι που δεν κατάλαβα." Αν ζει σήμερα, θα 'ναι πολύ γριούλα, θα 'θελε η Τούλα να τη δει να την αγκαλιάσει και να της πει ότι τη νιώθει.
Συγχρόνως άρχισε να πετάει από πάνω τους και αεροπλάνο που έριχνε και σκότωνε αυτούς που σκορπίστηκαν στο βουνό να σωθούν.
Έπρεπε πια να δύει ο ήλιος και τα τρία ορφανά βάδιζαν το ατέλειωτο μονοπάτι μέσα στο βουνό, νηστικά, ταλαιπωρημένα, διψασμένα, φοβισμένα στο άγνωστο. Ξαφνικά, βλέπει από μακριά ένα μαύρο σημάδι να κινείται να προχωράει και να τους πλησιάζει. Αναγνωρίζει μια γριούλα γειτόνισσα, κοντά εκατοχρονίτισσα. "Που πας κοριτσάκι μου με τ'αδελφάκια σου;" "Δεν ξέρω γιαγιά, το μπαμπά και τη μαμά τους σκότωσαν, δεν ξέρω που πηγαίνω." "Ελάτε μαζί μου." Συνέχισαν το δρόμο με προστάτη τώρα πια αυτή τη γιαγιούλα, έπειτα από τόσες ώρες αφότου οι φυσικοί προστάτες έπεσαν νεκροί από τα βόλια του δολοφόνου.
Η γιαγιά βάδιζε μπροστά ακουμπώντας σ'ένα ξύλο για ραβδί και μόλις άκουγε το αεροπλάνο να πλησιάζει άπλωνε τα χέρια λέγοντας "Πέστε κάτω, μπρούμυτα στο χώμα, εδώ κοντά μου", γονάτιζε κι η ίδια σκύβοντας το γέρικο κεφαλάκι της, μουρμουρίζοντας κάποια προσευχή σταυροκοπούμενη. Μόλις περνούσε ο κίνδυνος σηκωνόταν "Άντα παιδάκια μου, ξεκινάμε." Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές, ώσπου νύχτωσε.
Βγήκε το φεγγάρι κι ακόμα βάδιζαν, ο μικρός Αλέκος θρονιασμένος στην αγκαλιά της αδελφής του έπαψε να ζητάει "μαμ, μαμά, μαμ", εξαντλημένο από την πείνα δεν είχε δύναμη να γκρινιάξει, αντίθετα ο μικρός Γιωργάκης που βάδιζε δίπλα της κλαψούριζε και ζητούσε να φάει.
Περνούσαν μέσα από αμπέλια φορτωμένα σταφύλια, χιμούσε ο μικρός, έκοβε τσαμπιά, γέμιζε την αγκαλιά του και δεν χόρταινε να κόβει. Η Τούλα τον μάλωνε, άπλωνε το χέρι και του τα πετούσε κάτω, λέγοντάς του να προχωράει και να μην αγγίζει τα σταφύλια. Ο μικρός κλαίγοντας έσκυβε τα μάζευε κι έκοβε κι άλλα και πάλι η Τούλα τα πετούσε κάτω. "Κι εγώ πεινάω, αλλά δεν πρέπει, δεν είναι δικά μας, είναι ξένα, θα μας μαλώσουν."
Ποιος θα μάλωνε τρία μικρά πεινασμένα, μέσα σ'αυτό το χαλασμό; Ο πατέρας τους είχε μάθει πως δεν πρέπει ν'αγγίζουν ξένα πράγματα. Αν μας δει ο νοικοκύρης; και προπάντος, αν μας δει ο μπαμπάς; Δεν γινόταν μέσα σε μια μέρα να πιστέψει, να παραδεχτεί, να το εμπεδώσει, ότι μπαμπάς δεν υπάρχει. Θυμάται πως η γιαγιά κάποια στιγμή έβγαλε ένα μικρό κομματάκι ψωμί από την τσέπη της, μικρό μια μπουκιά, το έκοψε σε τρεις μικρότερες μπουκιές και ήταν το μοναδικό που φάγανε εκείνη την ημέρα. Τέλος έφθασαν νύχτα πια σ'ένα αμπέλι, όπου μέσα στην καλύβα ήταν ο νοικοκύρης του αμπελιού με την οικογένειά του, γυναίκα και δυο παιδιά, γείτονες κι αυτοί. Η γιαγιά εμπιστεύτηκε τα ορφανά σ'αυτούς τους ανθρώπους και χάθηκε, δεν την ξαναείδε η Τούλα.
Το ζευγάρι λοιπόν αυτό, δεν έδειξε καμιά συγκίνηση από το δράμα των παιδιών, τ'άφησαν να στέκουν έξω από την καλύβα μέσα στη νύχτα χωρίς να τα πλησιάσουν, να δείξουν λίγη συμπάθεια, συμπόνια, λίγη στοργή που τόσο την είχαν ανάγκη. Κάτι κουβέντιασαν μεταξύ τους και βγαίνοντας η γυναίκα από την καλύβα είπε στη μικρή "Δεν χωράει εδώ να κοιμηθείτε, πηγαίνετε αντίκρυ στον αχυρώνα, έχει κι άλλους εκεί, κι το πρωί ελάτε πάλι εδώ."
Κίνησαν λοιπόν μέσα στη νύχτα, τρέμοντας από φόβο, σκυλιά γάβγιζαν, τσακάλια ούρλιαζαν ψηλά στο βουνό, πέρασαν ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι κι έφτασαν στον αχυρώνα. Εκεί κατέφυγαν πολλοί για να σωθούν, γεμάτο ο αχυρώνας, αλλά κι αρκετοί απ'έξω. Κάποιες γυναίκες αναγνώρισαν τα τρία παιδιά κι άρχισαν οι ερωτήσεις κι οι απορίες, πως βρέθηκαν εκεί μόνα; που είναι οι γονείς; τι έγινε; κλπ. Κάποια γυναίκα θέλησε να πάρει το μωρό για να την ξεκουράσει, αλλά που να τ'αφήσει η Τούλα! Έγειραν στο χώμα εξουθενωμένα και παραδόθηκαν στον ύπνο.
Το πρωί σηκώθηκαν και κίνησαν πάλι για το αμπέλι, υπάκουη η μικρή στα λόγια της γυναίκας, να πάνε πάλι εκεί. Όταν όμως έφτασαν, είδαν την οικογένεια έτοιμη να φύγει, είχαν αμπαλάρει τα λίγα πράγματα που είχαν, ίσως κάποια τρόφιμα, κλπ. Άκουσε τη γυναίκα να της λέει "Εμείς θα πάμε κατά κάτι μακριά σ'άλλο χωράφι, εσείς δεν μπορείτε να 'ρθείτε. Καθίστε εδώ κι εμείς το βράδυ θα έρθουμε πάλι."
Κίνησαν κι έφυγαν, αφήνοντας τα ορφανά μόνα, χωρίς ούτε μια μπουκιά ψωμί να δώσουν στα πεινασμένα, χωρίς ένα βλέμμα να ρίξουν πίσω τους. Η καρδιά της Τούλας σφίχτηκε πάλι, την τύλιξε ο φόβος της μοναξιάς!

ΜΙΑ ΡΟΓΑ ΣΤΑΦΥΛΙ
Κάθισε κάτω με τα παιδιά με σταματημένο μυαλό, με το βλέμμα απλανές. Οι ώρες περνούσαν, ο ήλιος μεσουράνησε, η πείνα και η δίψα τα θέριζε, η αντοχή εξαντλήθηκε, κι έτσι, τόλμησε η Τούλα κι άπλωσε το χέρι. Εμπρός τους βρισκόταν το αμπέλι φορτωμένο σταφύλια, τα τσαμπιά από το βάρος ακουμπούσαν στο χώμα. Άπλωσε λοιπόν κι έκοψε μια ρόγα για τον καθένα, μία για το μωρό που την έφαγε με βουλιμία, μία για το Γιωργάκη και μία για τον εαυτό της. Κι αυτό όχι χωρίς φόβο, νόμιζε πως θα γυρίσουν το βράδυ και θα καταλάβουν ότι λείπουν οι τρεις ρόγες!
Ο ήλιος τα χτυπούσε κατακέφαλα και τα ζάλιζε, αλλά δεν τόλμησε να μουν στην καλύβα, μη την μαλώσουν. Νύχτωσε κι ακόμα περίμενε να γυρίσουν όπως της υποσχέθηκαν, μάταια όμως, δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.
Όταν ο φόβος της νύχτας και τα ουρλιαχτά των τσακαλιών έφεραν τρόμο και πανικό, πήραν πάλι το δρόμο για τον αχυρώνα. Η επόμενη μέρα πέρασε εκεί. Κατά το απόγευμα ξαφνικά κάποιος φωνάζει "Ανεβαίνουν πάλι γερμανικά τζιπ στο χωριό, πάμε πιο ψηλά." Κίνησαν όλοι βιαστικά να απομακρυνθούν σε πιο ασφαλές μέρος. Ακολούθησαν και τα παιδιά. Έπειτα από αρκετή ώρα όπως βάδιζαν όλοι πανικόβλητοι, βλέπει η Τούλα σ'ένα χωράφι θερισμένο να κάθονται δύο άνδρες. Αναγνωρίζει στον ένα το θείο Χρήστο, τον άντρα της θείας Κατίνας. Πετάχτηκε επάνω ρωτώντας συγχρόνως να μάθει, από την προηγούμενη ημέρα έψαχνε απεγνωσμένα να βγει τη γυναίκα και το παιδί του. Η Τούλα αναγκαστικά έγινε 'άγγελος κακών'. Ιστόρησε τη συμφορά που τους βρήκε. Η απελπισία του ήταν απερίγραπτη. Κίνησαν μαζί του μια πορεία μέσα στο βουνό για ώρες, ήταν η τρίτη μέρα της καταστροφής και ούτε μπουκιά ψωμί, ούτε νερό. κατά το απόγευμα καθώς περνούσαν ένα ύψωμα, βλέπουν μέσα σε μια ρεματιά κάμποσα άτομα, και, ω, του θαύματος, μία γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό του, τον 14ων μηνών Παναγιωτάκη. Χίμηξε, το άρπαξε, το έσφιγγε στην αγκαλιά του ξεσπώντας σε λυγμούς, σε σπαρακτικό κλάμα Εκεί λοιπόν έμαθαν πως βρέθηκε ζωντανό το μωρό. Καθώς είπαμε, ο φονιάς χτύπησε πισώπλατα τη θεία Κατίνα, τη στιγμή που εκείνη κάθισε κάτω και το θήλαζε, τα χέρια έμειναν σφιχτά δεμένα γύρω από το κορμάκι του, πάγωσαν, κοκάλωσαν και το μωρό δεν ξέφυγε από την αγκαλιά της, να απομακρυνθεί, να κατρακυλήσει στη ρεματιά και να σκοτωθεί ίσως. Ακόμα και νεκρή, το προστάτευε η μανούλα του! Έμεινε έτσι ένα μερόνυχτο μόνο με τη νεκρή μάνα. Κατά το απόγευμα της άλλης ημέρας περνούσαν αυτοί οι άνθρωποι από εκεί, κυνηγημένοι να κρυφτούν μακριά, είδαν τα πτώματα και το κλάμα του μωρού τους σταμάτησε. Για να το βγάλουν από τα χέρια της αναγκάστηκε ένας άντρας να τραβήξει με δύναμη και να σπάσει τις κλειδώσεις των χεριών της.



