Gargalianoi.com

Tasos Livaditis: If you want to be called Ηuman (Αν θέλεις να λέγεσαι Άνθρωπος )

«Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου/ εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις/ τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια/ που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα/ εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια/ τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή/ κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί/ κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».  

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος (Greek)

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται
την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

If you want to be called human (English)

If you want to be called human
you won’t stop,not even for a minute, fighting for peace and for justice.
You will go out to the streets, you’ll scream, your lips will bleed from the screams,
your face will bleed from the bullets, but not even a step backwards.
Your every scream, a rock at the warmongers windows
Your every movement like you knock down the injustice.
And be careful: don’t forget even for a minute.
For a little while to remember your childhood years
You leave a thousand of children to be broken apart
when they play unsuspecting in the states
one moment if you look at the sunrise
tomorrow people will be vanished in the night of war
if you stop, for a minute, in order to dream
millions of people’s dreams will become dust under the shells
You don’t have time
you don’t have time for yourself
if you want to be called human.

If you want to be called human
you might need to leave your mother, your lover or your child.
You will not hesistate.
You will deny your lamp and your bread
you will deny the night rest at the homemade treshold
for a rough road that leads to tomorrow.
You will not retard and you will not fear of anything.
I know, it’s beautiful hearing one harmonica at night, to look one star,
to dream
it’s beautiful leaned up the red mouth of your love
to hear her telling her dreams about the future.
But you have to say goodbye to all that and begin
because you are responsible for all the harmonicas of the world,
for all the stars for all the lamps and all the dreams
if you want to be called human.

If you want to be called human
you might need to be closed in prison for twenty or much more years
but you even inside the prison you will always
remember the spring, your mother and the world
You, even from the inside of your square meter of your cell
will keep your road up in the earth
And, when in the infinite silence, in the night
you will knock with your finger the wall your cell
from the other side of the wall Spain will answer you
You, even if you see your years to go by and your hair getting white
you won’t get old…
You, even inside the prison every morning, will wake up even younger
because even younger wars will start in the world
if you want to be called human.

If you want to be called human.
You have to be willing to die any morning.
From the night to the isolation you will write
a big touching letter to your mother
you will right to the wall the date, the acronyms
of your name and one word: Peace
as if you were writing the whole story of your life.
To be able to die any morning.
To be able to stand in front of six rifles
as if you were standing in front of the whole future
to be able, up in the broadside that kills,
to hear millions of simple people that
they are fighting for peace while singing…
If you want to be called human.

If you want to be called human

«Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων! Οταν καμιά φορά λιποψυχάμε/ νιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας/ η ανάμνηση του χεριού τους./ Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας/ νιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο/ σα να κρατάμε μες στα χέρια μας / ολάκερο τον κόσμο» («Κάτω απ’ την παλάμη μας»).

Τάσος Λειβαδίτης ανήκει σε εκείνους τους ποιητές που στον εμφύλιο εξορίστηκε, δικάστηκε, αλλά τελικά αθωώθηκε γιατί ένα ποιητικό του έργο θεωρήθηκε επικίνδυνο. Ηταν το 1953, που δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», το «λαϊκό ανάγνωσμα» της Αριστεράς, για το οποίο τού απονέμεται το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Το βιβλίο αργότερα κατασχέθηκε, με αιτία το φιλειρηνικό του περιεχόμενο. Το 1955, ο ποιητής θα δικαστεί για το συγκεκριμένο βιβλίο και η δίκη θα αποκτήσει πανελλήνιο ενδιαφέρον. Στο εδώλιο, ο ποιητής διατυπώνει το σκοπό της τέχνης, συγκινεί το ακροατήριο και τους δικαστές και αθωώνεται.

«Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου/ εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις/ τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια/ που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα/ εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια/ τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή/ κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί/ κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

Η φωνή του ποιητή μας «επισκέπτεται», με τον κοινωνικό χαρακτήρα της, που βγαίνει μεν από το βίωμα και την προσωπική του τοποθέτηση, αλλά προσανατολίζεται στο παρόν και το μέλλον, ενεργοποιώντας μυαλό και ψυχή, ανοίγοντας παράθυρα στη ζωή που η καθημερινότητα φυλακίζει.

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου του 1922 και «έφυγε» στα 66 του χρόνια, στις 30 Οκτωβρίου του 1988. Μεγάλωσε στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι ποιητής. Το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, που δεν την τέλειωσε. Το 1943 χάνει τον πατέρα του και αργότερα (1951) χάνει και τη μητέρα του, τον καιρό που ο ίδιος ήταν στη Μακρόνησο. Την τετραετία 1948-1952, εξορίστηκε για τις πολιτικές του ιδέες στον Μούδρο, στον Αϊ – Στράτη και τη Μακρόνησο. Μαζί με άλλους της γενιάς του, άφησε τα πρώτα του γραπτά ίχνη, πάνω στους τοίχους της αδούλωτης πολιτείας, γράφοντας συνθήματα, παλεύοντας μέσα από τις γραμμές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.

«Πέντε δίκοχα γύρω/ Ο λοχαγός δίχως όνομα/ ένα παιδί γυμνό/ κρεμασμένο από τα χέρια/ αυλακωμένο το σώμα του/ κουρελιασμένο απ’ τις βουρδουλιές/ μόλις πατάν’ τα νύχια του στο πάτωμα/ όπως σηκώνεται κανείς να δει/ ένα κορίτσι που γελάει πίσ’ απ’ το φράχτη./ Ο λοχαγός τον ρωτάει./ Ο βούρδουλας καίει το πετσί/ ο πόνος γίνεται ένα με το σώμα/ ο πόνος γίνεται ο ίδιος σώμα/ ύστερα θυμάται/ ένα μισοχτισμένο σπίτι στη γωνιά/ το παιδί στη σκαλωσιά ανεβάζει πέτρες/ μα γιατί ένα τόσο μικρό παιδί/ για τόσο μεγάλες πέτρες/ τα ποδαράκια του λυγίσαν ξαφνικά/ δεν πρόφτασε να πιαστεί/ το παιδικό κρανίο κάτω στις πλάκες/ άνοιξε/ μια γυναίκα αλαλιασμένη/ φώναζε μονάχα: μη/ Τώρα πρέπει να μιλήσει/ για να σωθεί/ πρέπει να πάψει να θυμάται/ και να ζήσει./ Θέλει να ζήσει/ όπως θέλετε κι εσείς./ Τώρα πρέπει να μιλήσει/ για να σωθεί/ πρέπει να πάψει ν’ αγαπάει/ και να ζήσει./ Ο λοχαγός λέει: μίλησε/ Ο βούρδουλας λέει: μίλησε/ η νύχτα του λέει: μίλησε/ μα η νύχτα είναι λίγη/ οι συντρόφοι πολλοί/ κι έκοψε με τα δόντια του τη γλώσσα/ όπως θα κάνατε κι εσείς» (από το ποίημα «Μάχη στην άκρη της νύχτας»)

Αρχείο

Τι παιζει τώρα στη TV