Gargalianoi.com

ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΟΙ: Η γενιά μας ! ! ! (…. λίγα χρόνια πίσω )

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του ’40, ’50, ’60 και ’70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες με ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, ή με θερμάστρες πετρελαίου (οι πλούσιοι). Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το…

Πρώτο, το Εμπρός. Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς, τα πρόχειρα λούνα παρκ, (στο πανηγύρι μόνο) το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί (ο Παρνασσάς, δίπλα στο Τσαλούπη είχε τις καλύτερες ), τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο (γύρναγε στις γειτονιές κάποιος Κεφαλλονίτης με μια γυάλινη κασετίνα που είχε μέσα τα μαντολάτα …δεν θυμάμαι ποτέ να είχα λεφτά για να αγοράσω ένα).

 Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα (και τα λούπινα πίσω από του Τσαλούπη) και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.

Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας; (Εισπράκτορα στους Γαργαλιάνους θυμάμαι τον Γιώργο το Μαλότσο με τις μακριές φαβορίτες. Εγώ πλήρωνα μισό εισιτήριο “πολυτεκνικό” …για οικογένειες που είχαν πάνω από 4 παιδιά. Εγώ μόνο στον γειτονικό Μάραθο είχα πάει μερικές φορές).

Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο. (Θυμάμαι τους δικούς μας  ταξιτζήδες: Μητσάκο, Χρυσομπόλη, Χούλια στην πλατεία των Γαργαλιάνων).
Ποιος να είχε τότε Ι.Χ. Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia.

Θυμάστε τα Anglia τα Peugeot 403, τα Renault 10…….. ¨η το Simca 1000,  με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. (Το πρώτο ΙΧ που είδα στη ζωή μου ήταν ένα κοκκινωπό του γείτονά μου γιατρού Γ. Πανταζόπουλου ή Πανταζή, που το χάζευα κάθε φορά).
Το γάλα μας, το έφερνε ο γαλατάς (ο Μπουγάς) ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.

Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης (ο Γκλαούρας αν θυμάμαι καλά) με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο.

Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία… Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ, ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.

Στους Γαργαλιάνους παπλωματάς ήταν ο Σοκορέλης, καρεκλάς ο γείτονάς μου μπάρμπα Στάθης της θεια Μαρίτσας, στο αλωνάκι, γανωτζή θυμάμαι το μπάρμπα Σούκα με το μουστάκι λίγο πιο πάνω από το μαγαζί μας που έκανε τα μαχαιροπήρουνα ολοκαίνουργα! Τσαγκάρηδες θυμάμαι τον Καντήλα το Μίμη και το Γιώργο Καράμπελα που είχαν πολλή δουλειά.

Στην κεντρική πλατεία θυμάμαι το “Τούρκο” το λούστρο  με το καλογυαλισμένο κασελάκι του. Κάθε φορά που έφερναν ψάρια από το Μάραθο έκανε τον ντελάλη. “Φέρανε στην αγορά από τον Μάραθο φρέσκα ψάρια!” φώναζε δυνατά, ζωσμένος με ένα μπεζ μάλλινο ζωνάρι γύρω στην πελώρια κοιλιά του.

Θυμάμαι κάτω από το μαγαζί μας ήταν το υπόγειο (1,5μ Χ 1,5μ) του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη τη μυρουδιά της βενζινόκολλας. Ήταν ο μπάρμπα Γιώργης ο “αφορεσμένος”, ένας χρυσός άνθρωπος.

Σε μερικές γωνιές της πόλης μας υπήρχαν τα άσπρα ψυγεία με τα παγωτά ΕΒΓΑ. Για λίγο καιρό είχαμε κι εμείς έξω από το μαγαζί μας ένα τέτοιο ψυγείο. Θυμάμαι ότι είχα κλέψει 2-3 πυραύλους όταν φύλαγα μόνος μου το μαγαζί.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς (του Λογιώτατου θυμάμαι) οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.

Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Στους Γαργαλιάνους θυμάμαι σαν νάταν χθες που φώναζαν στο καφετζή από μακριά: “Όνειρο (το όνομα του καφετζή), φέρε μας δυο μισαδάκια”… δυο μισοί καφέδες με την τιμή του ενός. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός.  Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.

Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι (το καλύτερο ήταν του Λίτσα στην οδό Ερμού, υπάρχει ακόμα και σήμερα και είναι το ίδιο καλό) με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Στους Γαργαλιάνους στη δεκαετία του 60 είχαμε 3 κινηματογράφους, 2 χειμερινούς και 1 καλοκαιρινό. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας… Ένας συμπατριώτης μας που έχει τον “ΔΑΝΑΟ”  (Λ. Κηφισίας) μας χάρισε μια κινηματογραφική μηχανή πριν 8 χρόνια και ο τότε ανεκδιήγητος δήμαρχος Γαργαλιάνων …δώρησε τη μισή (μηχανή) στη γειτονική πόλη των Φιλιατρών!!! Δείτε όλη την ιστορία εδώ.

Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο (του Ψώνη, του Κατσούλα, του Δημάκη, του Τζίμη Παπαχριστοφύλου, του Καγιαννά και για τα γλυκά στου Κοκκώνη που συναγωνιζόταν στην ποιότητα τον Κατσούλα-Χειλά) και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο  πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι.  Στους Γαργαλιάνους ελάχιστοι είχαν το δικό τους ποδήλατο. Εγώ θυμάμαι μόνο έναν που είχε ένα γυαλιστερό μαύρο ποδήλατο με κουδούνι και φώτα, το γιο του γιατρού Πανταζή και σημερινό γιατρό καθηγητή Δ. Πανταζόπουλο. Όλοι οι άλλοι νοικιάζαμε με την ώρα από τον Κώστα,  κρυφά από τους γονείς φυσικά για να κάνουμε στροφές μπροστά από το σπίτι του όμορφου κοριτσιού που δεν είχαμε το θάρρος να του εκφράσουμε τα αισθήματά μας…  Εγώ έτρεχα στην κορυφή της ανηφόρας του Παπαγιάννη όπου ήταν το σπίτι μιας όμορφης μελαχρινής κοπελίτσας…

Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός. ( Η ομαδάρα μας ήταν και είναι ο “Τέλλος Άγρας”. Πριν 30 χρόνια το γήπεδο μας είχε κερκίδες από τσιμέντο που καθόντουσαν 500 άτομα. Οι ανεγκέφαλοι πολιτικάντηδες τις γκρέμισαν πριν 3 χρόνια…  Κουκούτσι μυαλό… Άδειο τελείως!!! Κατέστρεψαν ότι καλό υπήρχε στους Γαργαλιάνους, μας φέσωσαν για περισσότερα από 4 εκατομμύρια ευρώ και το χειρότερο …μας έκαναν και χωριό).

Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. (Στους Γαργαλιάνους ο δικός μας παγωτατζής γύριζε με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες σε όλες τις γειτονιές κου πουλούσε για μία δραχμή ένα απίθανο παγωτό που έφτιαχνε ο ίδιος! Δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του).

Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.

Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. (Εμείς δεν είχαμε τόσες πολλές επιλογές. Το λεοφωρείο, με το Μαλότσο εισπράκτωρα, μας πήγαινε στο Μάραθο και στο Μάτι. Για όλες τις άλλες φανταστικές παραλίες των Γαργαλιάνων πηγαίναμε με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια. Εμείς δεν είχαμε ούτε γαϊδούρια αλλά ούτε και χτήματα, οπότε τα καλοκαίρια βράζαμε στους Γαργαλιάνους μέσα. Μερικές φορές μας καλούσαν συμμαθητές που είχαν χτήματα να περάσουμε μερικές ημέρες …στην εξοχή).

Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζό. (η χοντρή κυρία μέσα στη θάλασσα να την χτυπάει με τις χερούκλες της και το μαύρο κομπιναιζόν στην επιφάνεια σαν ομπρέλλα). Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!

(Στους Γαργαλιάνους είχαμε τα καλύτερα φρούτα της Ελλάδας, μόνο που εμείς έπρεπε να τα αγοράζουμε όλα, ενώ όλοι οι άλλοι είχαν τα σταφύλια τους, τα σύκα τους, τα καρπούζια τους, τα αχλάδια τους, τα πεπόνια τους και τόσα άλλα. Θυμάμαι ο πατέρας μου έδινε μια τραγιάσκα για να πάρει 3-4 καρπούζια που τα βάζαμε κάτω από τα κρεβάτια μας ή ένα παντελόνι για μερικά κιλά λάδι. Ήταν πολλά τα παιδιά (6) και τα έσοδα του εμπορικού ελάχιστα… δύσκολα χρόνια, αλλά η οικογένεια κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ έτρωγε στη τραπεζαρία και ποτέ δεν έλειπε κανένας. Όταν ακούγαμε τα τρία παλαμάκια του πατέρα μας αφήναμε ότι κι αν κάναμε και τρέχαμε στο τραπέζι να φάμε αφού πρώτα ένας έλεγε την προσευχή. Αν το φαγητό ήταν αγκινάρες ή μελιτζάνες ή σκορδαλιά εγώ τα ανακάτευα και δεν έτρωγα. Μου έλεγε τότε η μάνα μου “τρώγε το φαγητό που μαγείρεψα… δεν έχω να σου φτιάξω κοτολέτες”. Μετά πήγαινα κρυφά έκοβα από το καρβέλι μια μεγάλη φέτα ψωμί, έβαζα λάδι ή νερό αν δεν είχαμε λάδι και από πάνω ζάχαρη!!! Μπορεί να συγκριθεί αυτή η φέτα ψωμί με ζάχαρη,  με τις αγκινάρες ή τις μελιτζάνες; Αδύνατον! Αξέχαστα χρόνια, γιομάτα αγάπη και εκτίμηση για ότι λιγοστό είχαμε. Αμέτρητες φορές κάθε μέρα άκουγα από τη μάνα μου “Έχει ο Θεός”. Εγώ πειραχτήρι από μικρός της απαντούσα: “Αφού έχει γιατί δεν δίνει και σε μας ο τσιγκούνης”; Όταν μ΄έπιανε μου έχωνε στο στόμα το χοντρό της δάχτυλο αφού πρώτα το είχε γεμίσει πιπέρι…  Δεν θέλω ούτε να το βλέπω το πιπέρι από τότε!). 

Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.


Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), (εμείς γεμίζαμε τις βίκες μας από την βρύση που ήταν μπροστά από το σπίτι του Κλάρη δίπλα στου Σινάνη, απέναντη από του Χήναρη)  τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, (τις καλύτερες λουκουμάδες τις τρώγαμε στο υπόγειο του Πολιτόπουλου. Ένα δίφραγκο η μερίδα με 6 λουκουμάδες. Εγώ  έτρωγα στου Πολιτόπουλου μόνο δυο φορές το χρόνο …μετά τα κάλαντα)  το κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι (στο πανηγύρι είχε την καλύτερη σάμαλι). Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.

Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες (οι …κοφτές βεντούζες ήταν αξέχαστες) να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι.

Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες (η κατηφόρα του Παπαγιάννη ήταν ότι το καλύτερο για το πατίνι με ρουλεμάν) τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας (που ήταν μόνιμα με σπυριά που συνεχώς ξύναμε) και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας.  Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.

Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. (Στο γήπεδο που ήταν πιο κάτω από το Β’ δημοτικό σχολείο, στου Γουρδουβέλη ή στης θεια Μαρίτσας το αλωνάκι, χωρίς δοκάρια και δίχτυα, μόνο πέτρες είχαμε). Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος ! (Κάτω από το σπίτι μου ήταν το χαμηλό  σπίτι του μπάρμπα Νίκου του Σταυριανάκη που μας κηνυγούσε με την μαγκούρα κάθε φορά που το τόπι μας χτυπούσε τα κεραμύδια του… Ήταν καλός άνθρωπος ο μπάρμπα Νίκος)

Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.


Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.

Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. (Οι αρχηγοί σχεδόν πάντα ήταν οι χειρότεροι μαθητές. Οι καλύτεροι μαθητές δεν ήταν καλοί για την ομάδα).

Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι από τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.
Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες και με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη.

Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί,    τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα, τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ.
Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα.
Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

Αρχείο

Τι παιζει τώρα στη TV